Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Ιωάννης ο Σοδομιστής

Σε μιαν άκρη ο ουρανός και οι στέγες
γίναν ένα. Μία κοπέλα με πλησίασε.
Κάναμε νεύμα στον αμαξά, πηγαίναμε
στη χώρα των οραματιστών-Η σιλουέτα
ήταν εκεί τυλιγμένη στο σάβανο-ψάλλει
νεκρικά την ηδονή.
Η κοπέλα έσερνε αδιάκοπα τα πόδια της.
Της πρόσφερα ακρίδες με μέλι. Κούνησε
το κεφάλι της αρνητικά. Το ξέρω,ήταν
εγωίστρια σε βαθμό τελειότητας.
-Έχεις γυναικείο πόδι, μίλησα.
-Μ' αρέσουν οι μεγαλειώδεις σφαγές,
είπε με γλυκύτητα στο βλέμμα.
Μιλούσα νοσταλγικά για την περίοδο
του πολέμου ενω τη σοδόμιζα. Εκείνη
φόρτιζε το κινητό της στο Αναγνωστήριο
και συνήθιζε να πηδιέται στους θεατρικούς
κύκλους. Μια μέρα μου γνώρισε μία ηλίθια κούκλα.
Τη φώναζε Luna. Γνώριζε ότι η σκηνή ήταν το
στοιχείο μου και το στοιχειό μου.
-Έχω μελετήσει πολλά βιβλία άχρηστων
λέξεων, είπε αδιάφορα.
-Πάμε για δείπνο; τη ρώτησα.
-Δεν είναι τρόπος ερώτησης αυτός.
Θέλω μια χύτρα με χρυσάφι και θλίψη
κωμική.
Χειροκρότησα τον αέρα σε λάμψη.
Βγήκαμε με τα χέρια στις τσέπες
απ' την άμαξα στην αμμουδιά.
-Είμαι έτοιμη, το μάτι της γυάλισε απλανές.
-Δεν υπάρχουν μυστικά στα χέρια, της είπα
χαμογελώντας.
Την αποκεφάλισα φιλώντας τη στα χείλη.
Μ' ευχαρίστησε και συνέχισε μόνη της
το ταξίδι στην αριστερή όχθη.

Τα Σκεύη της Ανομίας, Απόπειρα 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου