Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Ο.Φ.Ο.ΓΚ. ή Το Δίκιο της Παρθένας

Της λέει μάθε βιολί
ξεδίπλωσε το ταλέντο σου
δε βλέπεις τ' άλλα κορίτσια

Οφόγκ!

Ντοτόρες, σεκρετάριες!
Χαμένες στα σίξτις!

Το δίκαιον δίκαιον
και το ορθόν ορθόν!


Ο Μότο φρέναρε
τη βίζα στο σαλούν.
Κάθεται όλη μέρα
και δεν πέρασε κανένας.
Και ραβδοσκοπεί,
και συλλέγει πληροφορίες,
και βράζει
έναν εσπρέσο...
άδειο το σαλούν Μοσκίτο.

Και εκείνο το χάρτινο φόρεμα της κόρης
του κηπουρού...

'Αχ! πού και να 'ξερε!

Χλωμή περνάει και ακούει τ' όνομά της.

Πέραν της θερμοκρασίας.
Και  των κλιματολογικών αλλαγών.
Πέραν του άλγους η αλόγα η τουρίστρια!

Όμως, όπως το χρέον πράττειν
έτσι και τα βουλεύματα και οι παρηχήσεις
και το κάνον με την αλμυρή μπαρούτη,
και οι διενέξεις και οι σύμβουλοι του αρειμάνιου
φούμο του Ωραιοσκελούς.

Μες στου βιβλίου τον κύκλο
αυτή σκέπτεται του φωτ.αγωγού
τον μειλίχιο κάντμον.
Και είναι Κάβο Ντόρρο
της Ντόροθυ η μπακιρένια προβλήτα.




Χτες καθήσανε μέχρι αργά με τα ομπρελλίνο
στον κήπο και κοιτούσαν την ουρά του παγωνιού
και σχολιάζανε περί ανέμων και υδάτων.


Καλώδια, παράξενα χωνιά
περνάει κι ο Εφεξής με
το γουέτ το νόμπιλε
εν χοντραίς και ορδάνοις
και παραδίπλα λυμαίνονται
της πηγής τον δρόσσον
οι λέρακες του όψιμου φιφίκο
και μετά σου λένε ξερά
''ότι κορδώνεσαι''
και κολοκύθια!

Και συ
για σένα
καλλίπυγος
όμορφη
με τις τρελές πλεξίδες
και το μουνί φόρα παρτίδα
για τάβλι
ή για σκάκι
και με του κώλαθρού σου
την ύψιστη εντέλεια
αδίστακτα ρουφάς
και σφάζεις
τα αρρένια!

Βόληκρος ο Νεώτερος